“Ποιος σου είπε να μπλέξεις με τα bond markets, its fucking risky…”

bond-market-survival-guide(διήγημα, 1η δημοσίευση 2007)

O προπάπους μου ήταν από τους πρώτους Ελληνες που ήλθαν στην Αμερική στο γύρισμα του αιώνα. Κατέληξε σε μια μικρή επαρχιακή πόλη στην ευρύτερη περιοχή της Βιρτζίνια. Ανοιξε ένα μικρό μπακάλικο. Δούλεψε σαν σκυλί, αποταμίευσε σαν τον Σκρούτζ.

Ο παπούς μου ανέλαβε την επιχείρηση πριν τον πόλεμο, την μεγάλωσε, την επέκτεινε. Το μικρό μπακάλικο γεννησε άλλα τέσσερα (επίσης μικρά) department stores. “Easy & cheap – come to Pip’s” το σλόγκαν μας (Pip’s από τον προπαπου – Σπύρος ή Πίπης…)

Ο πατέρας μου ήταν baby boomer. Σπούδασε στην Βοστώνη, οικονομικά. Εκανε και ένα μεταπτυχιακό σε macroeconomic theory, προχωρημένα πράγματα για την εποχή. Από παιδί κολλητός με τον Στηβ. Ελληνας δεύτερης γενιάς κι αυτός. Μαζί στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο – ο Στηβ σπούδαζε νομικά. Μετά την αποφοίτηση, ο πατέρας μου μπήκε στην οικογενειακή επιχείρηση και ο Στηβ σε ένα law firm που ανακατευόταν με επιχειρήσεις.

Η οικογένεια του Στηβ έμενε κοντά. Ερχονταν συχνά όλοι μαζί, κάναμε παρέα. Τα χρόνια πέρασαν, η ζωή ήταν σούπερ. Η επιχείρηση είχε τώρα οκτώ μαγαζιά και εξήντα άτομα μόνιμο προσωπικό. Ο πατέρας οδηγούσε Mercedes SL500 και το νέο μας σπίτι είχε δωρικές κολώνες στην είσοδο και είκοσι δύο δωμάτια.

Μια μέρα, πριν απο καμιά δεκαριά χρόνια, ο Στηβ ήλθε φουριόζος στο σπίτι, Κυριακή πρωί, μόνος του. «Νικ, we have to talk business…” είπε στον πατέρα. Καθήσαμε οι τρεις μας στην βεράντα. Εν ολίγοις, ο Στηβ μας είπε ότι μια ανταγωνιστική μας μικρή αλυσίδα είναι προς πώληση και ετοιμάζεται να την αγοράσει μια από τις μεγάλες πολυεθνικές.

– “Nick, αν έλθουν αυτοί εδώ θα σε σβήσουν, you have to buy the firm”.
– “Δεν έχω τόσα λεφτά ρε Στηβ, μεγάλωσα κιόλας…. I don’t know”
– “Don’t be a fool man, λεφτα όσα θες. I ‘ll find them for you..

To σχέδιο ήταν απλό: η εταιρεία μας θα εξέδιδε ένα ομολογιακό δάνειο 5 εκατομμύρια δολλάρια, εξαετούς διάρκειας (χίλιες ομόλογιες από πέντε χιλιάδες η μία, με ετήσιο επιτόκιο 7%, μετατρέψιμες στην λήξη σε μετοχές της εταιρείας). Με τα χρήματα αυτά θα αγοράζαμε τον ανταγωνιστή.

«Ποιός θα ενδιαφερθεί να αγοράσει τα ομόλογα βρε Στηβ?» ρώτησε ο πατέρας?
– «Are you serious man? …χαμός θα γίνει, η μπίζνα είναι hot, μετά το buyout η εταιρεία θα παέι χρηματιστήριο, stock exchange…. στη διπλή τιμή θα πουλιούνται τα bonds σε δύο χρόνια…»

Το εκδόσαμε λοιπόν τό ομόλογο, πήραμε τα λεφτά (τεσσεράμισι εκατομμύρια, τα πεντακόσια χιλιάρικα τα πήρε προμήθεια η εταιρεία του Στηβ). Τότε δεν μάθαμε ποιοί αγόρασαν τα ομόλογα – αργότερα βέβαια μάθαμε ότι τα είχαν αγοράσει δυο εταιρείες που ανήκαν στον Στηβ και στους συνεταίρους του… Κάναμε την εξαγορά της άλλης εταιρείας, τα μαγαζιά γίνανε δώδεκα, το προσωπικό ογδόντα. Ο Στήβ μπήκε στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας. Αρχίσαμε να δουλεύουμε περισσότερο, όλοι μας.

Κάθε εβδομάδα ο Στηβ μας έστελνε ένα φαξ όπου βλέπαμε την αξία διαπραγμάτευσης που είχε το ομόλογο στην δευτερογενή αγορά. Η τιμή του ανέβαινε με αργό αλλά σταθερό ρυθμό, περίπου 2% κάθε μήνα (εκ των υστέρων βέβαια μάθαμε ότι οι δύο εταιρείες που είχαν αγοράσει τα ομόλογα έκαναν όλο τον τζίρο – η μία πουλαγε 1-2 κομμάτια την εβδομάδα και η άλλη τα αγόραζε ακριβότερα, έτσι ανέβαζαν την τιμή συνεχώς).

Τεσσερα χρόνια μετά, η κάθε ομολογία είχε φτάσει να κοστίζει έντεκα χιλιάδες δολλάρια. «Really fucking good!” έλεγε ο Στηβ – η εταιρεία δεν είχε όμως καταφέρει να μπεί στο χρηματιστήριο ακόμη, τα έξοδα είχαν μεγαλώσει πολύ και τα ποσοστά κέρδους είχαν συρρικνωθεί. Ο πατέρας άρχιζε να σκέφτεται μήπως να πουλήσει κάποια από τα μαγαζιά…

«Αre you serious man?”, έλεγε ο Στηβ, “η μπίζνα κάνει τουλάχιστο τριάντα million σημερα, θα μπουμε στο stock exchange και το value θα πάει στα πενήντα…». Κανείς δεν σκεφτόταν όμως ότι, εάν στην λήξη οι ομολογιούχοι ζητούσαν τις μετοχές χωρίς να έχουμε προλάβει να κάνουμε αύξηση κεφαλαίου κλπ, θα μας έπαιρναν το 60% της εταιρείας (μήπως και ξέραμε τι μας γινόταν, τον φίλο μας εμπιστευόμασταν με κλειστά μάτια…)
Και τότε, μας την έσκασε ο Στηβ την βόμβα-μαϊμού: τα ομόλογα μας, τα μάζευε δήθεν μια μεγάλη πολυεθνική….

– “Θα στην πάρουν τζάμπα την μπίζνα Νικ, we have to react, to defense…
– “Πως ρε Στηβ?»
– “Look, θα αγοράσεις πίσω τα ομόλογα….»
– “Πας καλά ρε? Που θα βρώ εγώ έντεκα εκατομμύρια?»
– “Come on, θα βάλουμε στο σπίτι μεγαλύτερη υποθήκη, θα πουλήσεις ακίνητα και θα βάλεις και το cash της επιχείρησης…»
– “Είσαι τρελός ρε?….»
– “YOU are crazy man, εχεις χτίσει μια αυτοκρατορία και τώρα από τον φόβο σου θα την χάσεις…… what are you, a fucking loser?

Ο πατέρας δεν κοιμήθηκε για μια εβδομάδα, ο Στηβ όμως ήταν τόσο σίγουρος που στο τέλος τον έπεισε…
Μέσα σε τρείς μήνες τα πουλήσαμε όλα – μαζέψαμε δωδεκάμισι εκατομμύρια και αγοράσαμε πίσω εννιακόσιες εβδομήντα ομολογίες (ένα μήνα μετά, η αξία των λίγων ομολογιών που δεν είχαμε πάρει πίσω έπεσε από τα δεκατρία στα τέσσερα χιλιάρικα. «Λογικό», έλεγε ο Στηβ, «δεν υπάρχει flotation πλέον». Και ‘μεις οι βλάκες τον πιστεύαμε ακόμη…).

What a fucking deal! Πήραμε τεσσεράμισυ εκατομμύρια όταν εκδώσαμε το ομόλογο και τώρα πληρώσαμε δωδεκάμισι για να το πάρουμε πίσω – χώρια τους τόκους κάθε χρόνο. Εννιάμισυ εκατομμύρια συνολική ζημιά (και σε ποιανού τσέπες κατάληξαν αυτά τα λεφτά? …. στου Στηβ και των συνεταίρων του…)

«Ναι, αλλά τώρα η μπίζνα έχει real value σαράντα εκατομμύρια – look at the big picture…” έλεγε ο Στηβ….

Το big picture ήταν ότι η δουλειά πήρε την κάτω βόλτα. Δεν είχαμε κεφάλαια κίνησης πλέον, αρχίσαμε να χρωστάμε παντού, οι τράπεζες μας έκοψαν τα δάνεια. Αρχίσαμε να διώχνουμε κόσμο, να μην έχουμε στοκ, να κλείνουμε μαγαζιά. Σε τρία χρόνια μέσα, όχι μόνο δεν πήγαμε στο χρηματιστήριο αλλά πουλήσαμε και ότι απόμεινε από την εταιρεία ένα εκατομμύριο νετο – σε πολυεθνική!

Πουλήσαμε και το σπίτι – ίσα ίσα για να ξεχρεώσουμε δάνεια και υποθήκες. Είμασταν στο σημείο ακριβώς που ξεκίνησε ο προπάπος μου πριν εκατό χρόνια…
Τον Στηβ είχαμε να τον δούμε έξι μήνες, όλο σε business trip ήταν… Οταν ο πατέρας κατάφερε να τον βρεί και πήγε να τον στριμώξει, αυτός τον αποτελείωσε:

«Come on Nick, don’t take it personally. It’s only business……Σήμερα εγώ κερδίζω, you lose. Αυριο μπορεί να γίνει το ανάποδο. Ποιος σου είπε στο κάτω-κάτω να μπλέξεις με τα bond markets, it’s fucking risky…..”

Ο πατέρας έπαθε το έμφραγμα ακριβώς την στιγμή που έπιανε να του πετάξει το τασάκι…. Ωραίο τασάκι, ακριβό, από την Ελλάδα, με ένα χρυσό στεφάνι επάνω.…

Μετά από αυτό τα μάζεψα, πήρα μητέρα και σύζυγο και γύρισα πίσω, στην Ελλάδα, στο χωριό. Ανοιξα και ένα μικρό μπακάλικο. Όπως ο προπάπος μου ο Πίπης πριν εκατό τόσα χρόνια…

Εκλεισε ο κύκλος.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: