Archive

ανθρωπινη ματαιδοδοξία

bond-market-survival-guide(διήγημα, 1η δημοσίευση 2007)

O προπάπους μου ήταν από τους πρώτους Ελληνες που ήλθαν στην Αμερική στο γύρισμα του αιώνα. Κατέληξε σε μια μικρή επαρχιακή πόλη στην ευρύτερη περιοχή της Βιρτζίνια. Ανοιξε ένα μικρό μπακάλικο. Δούλεψε σαν σκυλί, αποταμίευσε σαν τον Σκρούτζ.

Ο παπούς μου ανέλαβε την επιχείρηση πριν τον πόλεμο, την μεγάλωσε, την επέκτεινε. Το μικρό μπακάλικο γεννησε άλλα τέσσερα (επίσης μικρά) department stores. “Easy & cheap – come to Pip’s” το σλόγκαν μας (Pip’s από τον προπαπου – Σπύρος ή Πίπης…)

Ο πατέρας μου ήταν baby boomer. Σπούδασε στην Βοστώνη, οικονομικά. Εκανε και ένα μεταπτυχιακό σε macroeconomic theory, προχωρημένα πράγματα για την εποχή. Από παιδί κολλητός με τον Στηβ. Ελληνας δεύτερης γενιάς κι αυτός. Μαζί στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο – ο Στηβ σπούδαζε νομικά. Μετά την αποφοίτηση, ο πατέρας μου μπήκε στην οικογενειακή επιχείρηση και ο Στηβ σε ένα law firm που ανακατευόταν με επιχειρήσεις.

Η οικογένεια του Στηβ έμενε κοντά. Ερχονταν συχνά όλοι μαζί, κάναμε παρέα. Τα χρόνια πέρασαν, η ζωή ήταν σούπερ. Η επιχείρηση είχε τώρα οκτώ μαγαζιά και εξήντα άτομα μόνιμο προσωπικό. Ο πατέρας οδηγούσε Mercedes SL500 και το νέο μας σπίτι είχε δωρικές κολώνες στην είσοδο και είκοσι δύο δωμάτια.

Μια μέρα, πριν απο καμιά δεκαριά χρόνια, ο Στηβ ήλθε φουριόζος στο σπίτι, Κυριακή πρωί, μόνος του. «Νικ, we have to talk business…” είπε στον πατέρα. Καθήσαμε οι τρεις μας στην βεράντα. Εν ολίγοις, ο Στηβ μας είπε ότι μια ανταγωνιστική μας μικρή αλυσίδα είναι προς πώληση και ετοιμάζεται να την αγοράσει μια από τις μεγάλες πολυεθνικές.

– “Nick, αν έλθουν αυτοί εδώ θα σε σβήσουν, you have to buy the firm”.
– “Δεν έχω τόσα λεφτά ρε Στηβ, μεγάλωσα κιόλας…. I don’t know”
– “Don’t be a fool man, λεφτα όσα θες. I ‘ll find them for you..

To σχέδιο ήταν απλό: η εταιρεία μας θα εξέδιδε ένα ομολογιακό δάνειο 5 εκατομμύρια δολλάρια, εξαετούς διάρκειας (χίλιες ομόλογιες από πέντε χιλιάδες η μία, με ετήσιο επιτόκιο 7%, μετατρέψιμες στην λήξη σε μετοχές της εταιρείας). Με τα χρήματα αυτά θα αγοράζαμε τον ανταγωνιστή.

«Ποιός θα ενδιαφερθεί να αγοράσει τα ομόλογα βρε Στηβ?» ρώτησε ο πατέρας?
– «Are you serious man? …χαμός θα γίνει, η μπίζνα είναι hot, μετά το buyout η εταιρεία θα παέι χρηματιστήριο, stock exchange…. στη διπλή τιμή θα πουλιούνται τα bonds σε δύο χρόνια…»

Το εκδόσαμε λοιπόν τό ομόλογο, πήραμε τα λεφτά (τεσσεράμισι εκατομμύρια, τα πεντακόσια χιλιάρικα τα πήρε προμήθεια η εταιρεία του Στηβ). Τότε δεν μάθαμε ποιοί αγόρασαν τα ομόλογα – αργότερα βέβαια μάθαμε ότι τα είχαν αγοράσει δυο εταιρείες που ανήκαν στον Στηβ και στους συνεταίρους του… Κάναμε την εξαγορά της άλλης εταιρείας, τα μαγαζιά γίνανε δώδεκα, το προσωπικό ογδόντα. Ο Στήβ μπήκε στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας. Αρχίσαμε να δουλεύουμε περισσότερο, όλοι μας.

Κάθε εβδομάδα ο Στηβ μας έστελνε ένα φαξ όπου βλέπαμε την αξία διαπραγμάτευσης που είχε το ομόλογο στην δευτερογενή αγορά. Η τιμή του ανέβαινε με αργό αλλά σταθερό ρυθμό, περίπου 2% κάθε μήνα (εκ των υστέρων βέβαια μάθαμε ότι οι δύο εταιρείες που είχαν αγοράσει τα ομόλογα έκαναν όλο τον τζίρο – η μία πουλαγε 1-2 κομμάτια την εβδομάδα και η άλλη τα αγόραζε ακριβότερα, έτσι ανέβαζαν την τιμή συνεχώς).

Τεσσερα χρόνια μετά, η κάθε ομολογία είχε φτάσει να κοστίζει έντεκα χιλιάδες δολλάρια. «Really fucking good!” έλεγε ο Στηβ – η εταιρεία δεν είχε όμως καταφέρει να μπεί στο χρηματιστήριο ακόμη, τα έξοδα είχαν μεγαλώσει πολύ και τα ποσοστά κέρδους είχαν συρρικνωθεί. Ο πατέρας άρχιζε να σκέφτεται μήπως να πουλήσει κάποια από τα μαγαζιά…

«Αre you serious man?”, έλεγε ο Στηβ, “η μπίζνα κάνει τουλάχιστο τριάντα million σημερα, θα μπουμε στο stock exchange και το value θα πάει στα πενήντα…». Κανείς δεν σκεφτόταν όμως ότι, εάν στην λήξη οι ομολογιούχοι ζητούσαν τις μετοχές χωρίς να έχουμε προλάβει να κάνουμε αύξηση κεφαλαίου κλπ, θα μας έπαιρναν το 60% της εταιρείας (μήπως και ξέραμε τι μας γινόταν, τον φίλο μας εμπιστευόμασταν με κλειστά μάτια…)
Και τότε, μας την έσκασε ο Στηβ την βόμβα-μαϊμού: τα ομόλογα μας, τα μάζευε δήθεν μια μεγάλη πολυεθνική….

– “Θα στην πάρουν τζάμπα την μπίζνα Νικ, we have to react, to defense…
– “Πως ρε Στηβ?»
– “Look, θα αγοράσεις πίσω τα ομόλογα….»
– “Πας καλά ρε? Που θα βρώ εγώ έντεκα εκατομμύρια?»
– “Come on, θα βάλουμε στο σπίτι μεγαλύτερη υποθήκη, θα πουλήσεις ακίνητα και θα βάλεις και το cash της επιχείρησης…»
– “Είσαι τρελός ρε?….»
– “YOU are crazy man, εχεις χτίσει μια αυτοκρατορία και τώρα από τον φόβο σου θα την χάσεις…… what are you, a fucking loser?

Ο πατέρας δεν κοιμήθηκε για μια εβδομάδα, ο Στηβ όμως ήταν τόσο σίγουρος που στο τέλος τον έπεισε…
Μέσα σε τρείς μήνες τα πουλήσαμε όλα – μαζέψαμε δωδεκάμισι εκατομμύρια και αγοράσαμε πίσω εννιακόσιες εβδομήντα ομολογίες (ένα μήνα μετά, η αξία των λίγων ομολογιών που δεν είχαμε πάρει πίσω έπεσε από τα δεκατρία στα τέσσερα χιλιάρικα. «Λογικό», έλεγε ο Στηβ, «δεν υπάρχει flotation πλέον». Και ‘μεις οι βλάκες τον πιστεύαμε ακόμη…).

What a fucking deal! Πήραμε τεσσεράμισυ εκατομμύρια όταν εκδώσαμε το ομόλογο και τώρα πληρώσαμε δωδεκάμισι για να το πάρουμε πίσω – χώρια τους τόκους κάθε χρόνο. Εννιάμισυ εκατομμύρια συνολική ζημιά (και σε ποιανού τσέπες κατάληξαν αυτά τα λεφτά? …. στου Στηβ και των συνεταίρων του…)

«Ναι, αλλά τώρα η μπίζνα έχει real value σαράντα εκατομμύρια – look at the big picture…” έλεγε ο Στηβ….

Το big picture ήταν ότι η δουλειά πήρε την κάτω βόλτα. Δεν είχαμε κεφάλαια κίνησης πλέον, αρχίσαμε να χρωστάμε παντού, οι τράπεζες μας έκοψαν τα δάνεια. Αρχίσαμε να διώχνουμε κόσμο, να μην έχουμε στοκ, να κλείνουμε μαγαζιά. Σε τρία χρόνια μέσα, όχι μόνο δεν πήγαμε στο χρηματιστήριο αλλά πουλήσαμε και ότι απόμεινε από την εταιρεία ένα εκατομμύριο νετο – σε πολυεθνική!

Πουλήσαμε και το σπίτι – ίσα ίσα για να ξεχρεώσουμε δάνεια και υποθήκες. Είμασταν στο σημείο ακριβώς που ξεκίνησε ο προπάπος μου πριν εκατό χρόνια…
Τον Στηβ είχαμε να τον δούμε έξι μήνες, όλο σε business trip ήταν… Οταν ο πατέρας κατάφερε να τον βρεί και πήγε να τον στριμώξει, αυτός τον αποτελείωσε:

«Come on Nick, don’t take it personally. It’s only business……Σήμερα εγώ κερδίζω, you lose. Αυριο μπορεί να γίνει το ανάποδο. Ποιος σου είπε στο κάτω-κάτω να μπλέξεις με τα bond markets, it’s fucking risky…..”

Ο πατέρας έπαθε το έμφραγμα ακριβώς την στιγμή που έπιανε να του πετάξει το τασάκι…. Ωραίο τασάκι, ακριβό, από την Ελλάδα, με ένα χρυσό στεφάνι επάνω.…

Μετά από αυτό τα μάζεψα, πήρα μητέρα και σύζυγο και γύρισα πίσω, στην Ελλάδα, στο χωριό. Ανοιξα και ένα μικρό μπακάλικο. Όπως ο προπάπος μου ο Πίπης πριν εκατό τόσα χρόνια…

Εκλεισε ο κύκλος.

borromeoΣκέψεις κατα την επίσκεψη στο εκπληκτικο παλάτι της οικογένειας των Borromeo:

1. Ποια ματαιοδοξία και ποια εγωιστική επίδειξη δύναμης οδηγούν έναν άνθρωπο να χτισει (για τον εαυτό και για την οικογένεια του) ένα τέτοιο ανάκτορο, πενήντα φορές μεγαλύτερο και εκατό φορές πολυτελέστερο απ’ ότι ποτέ θα χρειαστεί;

2. Αν έλειπε όμως αυτή η ματαιοδξία και αυτός ο εγωισμός του άρχοντα Borromeo, εγώ δεν θα μπορούσα να δω σήμερα όλη αυτή την ομορφιά….

* Βίκτωρ Ουγκώ

(ένα διήγημα που δεν θα είχε γραφτεί ποτέ εάν δεν υπήρχαν οι 4Τ και ο ΚΚ, στον οποίο και νομοτελιακά αφιερώνεται)

Γεννηθηκε στο μικρό ορεινό χωριό των τριακοσίων κατοικων, το 1970. Μεγάλωσε βιώνοντας την αφόρητη πλήξη της ελληνικής επαρχίας – ίδια πρόσωπα, ίδια μέρη, ίδια αστεία. Καθωσπρεπισμός και συντήρηση παντού. Βαρεμάρα. Και δουλειά, πολλή.

Η οικογένεια του τυπικά αγροτική. Χωράφια και ζώα, λάδι και πορτοκάλια. Ενα μικρό ταβερνάκι που δούλεψε ο πατέρας μερικά καλοκαίρια ήταν μια κάποια διέξοδος – τα σαββατοκύριακα έρχονταν οικογένειες που έμεναν στην Αθήνα και παραθέριζαν στο «χωριό». Τότε πρωτοείδε δύο πράγματα: γυναίκες ντυμένες θηλυκά (στο χωριό όλες ήταν με το μαντήλι στο κεφάλι) και σπορ, αεροδυναμικά αυτοκίνητα (στο χωριό είχε μόνο αγροτικα και ένα ταξί οπελ ρεκορντ).

Δεν ξέχασε ποτέ όταν, οκτώ χρονών, πρωτοείδε μια 911 (ή μήπως 912;). Κυπαρισσί με ασημί ζάντες και μαύρα δέρματα. Ενα νεαρό ζευγάρι, χαμένο στους ορεινούς δρόμους, σταμάτησε στην ταβέρνα να ρωτήσει. Ηπιαν και δυο πορτοκαλάδες. Τι μαγική στιγμή ήταν αυτή, όταν προσέχοντας μην τον δουν, χάιδεψε τα ηδονικά καπούλια του αυτοκινήτου. Αξέχαστη μέρα…

Οποτε τους έβρισκε, με χίλια ζόρια, αγοραζε τους τέσσερις τροχούς. Τι ξύλο έτρωγε, τι τους εσκιζε ο πατερας, αυτος εκει, ακαθεκτος. Ξάπλωνε, πτώμα από την κούραση και ονειρευόταν ένα άουντι κουάτρο και τον εαυτό του, άλλον Βάλτερ Ρερλ, σε ατελείωτα ντριφτ.

Οταν πήγε πλέον στο Γυμνάσιο, στην κωμόπολη, βρήκε τον παράδεισο. Τι μπεμβέ τριάρες (όλες μαιμού 323), τι αλφα ρομεο τζουνιορ, τι λάντσια μπέτα….. αυτός, ταπεινός από ανατροφή, δεν ονειρευόταν τίποτα τέτοιο. Ενα πισωκίνητο στάρλετ πρωτης γενιάς ή (στην καλύτερη των περιπτώσεων) ένα αντίστοιχο έσκορτ. Ευαγγέλιο του η πίσω κίνηση – και μόνο. Σχεδόν περιφρονούσε όποιον αγόραζε αυτοκίνητο με κίνηση στους εμπρός τροχούς. Στο εφηβικό του μυαλό, κανείς δεν ήταν πιο ελεύθερος από τον οδηγό που μπορούσε να κινηθεί με το πλάι σε πλατείες και στροφιλίκια.

Λύκειο δεν πήγε, ο πατέρας και τα αδέλφια τον χρειάζονταν στο χωριό. Ολη μέρα στα χωράφια, τα όνειρα όμως όνειρα. Δεκαπέντε χρονώ έβαλε κρυφά στο χέρι το αγροτικό του πατέρα (μάζντα του ’70, άκαμπτος άξονας και σούστες!), δεκάξι χρονώ οδήγησε το 4χ4 του θείου του (πατζέρο με δυναμοδότη για να περνάει σαν αγροτικό!)

Στα δεκαεπτα έψησε τον πατέρα και πήγε βοηθός σε φαναρτζίδικο στην κωμόπολη – σαν πεινασμένος σε ακριβό εστιατόριο! Για ένα χρόνο έλυσε, έδεσε και οδήγησε σχεδόν τα πάντα. Χωρίς ακρότητες όμως, υπηρεσιακά. Που να σβήσει έτσι η δίψα….

Πήγε φαντάρος ένα χρόνο (πολύτεκνος πατέρας) και στα δεκαεννιά πίσω, για λίγο στο φαναρτζίδικο και μετά προαγωγή – μαθητευόμενος σε συνεργείο! Σιγά σιγά αυτονομήθηκε, νοίκιασε ένα υπογειάκι και άρχισε να ζει στην μικρή πόλη…

Μεγαλο όνειρο το πρώτο του αυτοκίνητο. Πισωκίνητο στάρλετ ήθελε, αλλά το αφεντικό του βρήκε προσωρινα ένα ωτομπιάνκι τζούνιορ για να κινειται. Αριστο αυτοκίνητο, δεκαετίας μεν αλλά στον δρόμο καλύτερο από τα περισσότερα σύγχρονα. Κράτημα, φρένα, όλα άψογα – αλλά υπερστροφή μηδέν. Το ‘φχαριστήθηκε ένα χρόνο μα το μυαλό του ήταν αλλού, στα «υπεραυτοκίνητα» που κάθε Παρασκευή και Σάββατο βράδυ ανεβοκατέβαιναν με τις μπάντες την ιδιότυπη «πίστα» της περιοχής, έναν περιφερειακό, ξεχασμένο (υπό κατασκευή) δρόμο δύο χιλιομέτρων στα υψώματα της πόλης. Μηδέν κίνηση, τρελό στροφιλίκι, άγρια «εξέδρα» (οι καλύτερες νύφες της περιοχής ξεροστάλιαζαν μπροστά στους εκκολαπτόμενους Τζέιμς Ντην)…..

Και η ευκαιρία βρέθηκε σε διπλανή πόλη. Ενα εσκορτ μι καπα ένα, του 75, χίλια τριακόσια, άψογο, απο συνταξιούχο που απεβίωσε. Καλή τιμή και καλό αυτοκίνητο. Επί δυο μήνες του έφαγε όλα τα σαββατοκύριακα – αλλά το έκανε τζιτζί. Φουλ ρεκτιφιέ, άγριο στροφαλοφόρο, γρηγορη κρεμαγιερα, αεριζόμενα δισκόφρενα, ρολλ μπάρ, φαρδιά λάστιχα και τέλος ένα χτυπητό κόκκινο χρώμα….

Τα χειμωνιάτικα βράδια γυρνούσε αδιάκοπα στους έρημους δρόμους. Οπου γωνία, παντιλίκι αυτός – πότε με τα μούτρα και απότομο φρένο, πότε μπαίνοντας κλειστά με φούλ γκάζι στην έξοδο (το αμάξι είχε δύναμη πλέον)….. δυο φορές το ‘χασε αλλά ήταν τυχερός, το μάζεψε με αλεπάλληλα ανάποδα (δεν είχε μπλοκέ βλέπεις να ισιώσει με τη μία….).

Ανυπομονούσε για τη μέρα που θα ανεβοκατέβαινε κι αυτός την «πίστα» της περιοχής, δίπλα σε («ελληνικά» εννοείται) σιέρρα κοσγουωρθ και Μ3…. Ντρεπόταν λίγο για το παλιομοδίτικο αυτοκίνητο, αλλά ήξερε ότι το θέαμα που μπορούσε να βγάλει με αυτό ένας «χεράς», δεν συγκρινόταν με τίποτε….

Λόγω του συνεργείου είχε καλά κονέ με τους καυλογκαζάκηδες της πόλης, έτσι μια Παρασκευή βράδυ, δειλά δειλά ανηφόρησε για την «πίστα». Μιλημένος όπως ήταν πέρασε τα συνθηματικά, έφτασε στο μεγάλο πλάτωμα και παρκάρισε ανάμεσα σε μια ιντεγκράλε και σε ένα ολοκαίνουριο μιάτα (τι όμορφο που ήταν!)

«Καλώς τον, έβλεπα τ’ αμάξι κατω παρκαρισμένο κι έλεγα πότε θα μας έλθεις…..» ήταν οι πρώτες ζεστές κουβέντες που άκουσε από τον ιδιοκτήτη της λάντσια. Δεν τον ήξερε, ήταν από άλλη πόλη. Ανοιξε το καπώ και πολύ γρήγορα πέντε- έξι παιδιά μαζεύτηκαν και άρχισε να τους εξηγεί τι έιχε κάνει. Σε λιγότερο από μισή ώρα αιθανόταν αυτοκράτορας με αυλή – το γεγονός ότι τα είχε φτιάξει όλα μόνος, προκάλεσε τον θαυμασμό….

«Αντε να σε δούμε και στον δρόμο….» ήταν η φράση που τον προσγείωσε. Ηξερε ότι αν δεν τα πήγαινε καλά πίσω απ’ το τιμόνι, θα γινόταν ρόμπα. Εάν του ’βγαινε η μαγκιά όμως, για πρώτη φορά στην ζωή του θα είχε ότι τόσο πολύ επιθυμήσει – εκτίμηση, δόξα, φίλους, κορίτσια….

Μπήκε μέσα, δέθηκε, και σιγά σιγά έφτασε στην «εκκίνηση». Η διαδρομή ήταν κατηφορικά κυκλική, έτσι όλοι θα τον έβλεπαν….. Πήρε το οκ με νεύμα, πάτησε γκάζι και άφησε τον συμπλέκτη στις 5 χιλιάδες στροφές…..

Το σαζμάν ήταν τετρατάχυτο, ίσα που πρόλαβε να γεμίσει η δευτέρα πριν την πρωτη αριστερή στροφή. Μπήκε στην εσωτερική χωρίς να κόψει, έμεινε αριστερά και ετοιμάστηκε για την επόμενη δεξιά. Με φουλ γκάζι ήταν έτοιμος για να αντιμετωπίσει το γλίστρημα, τα φαρδιά λάστιχα όμως και η σωστή γραμμή κράτησαν το αυτοκίνητο ευθεία. Τρίτη, τέταρτη, η μεγαλούτσικη ευθεία οδηγούσε σε απότομη αριστερή. Διπλό κατέβασμα και φουλ γκάζι, έφυγε λίγο το πίσω μέρος, ίσα ίσα για να κάνει μισή ανάποδη τιμονιά…..

Είχε φτάσει στο μέσο της διαδρομής, πήγαινε πολύ καλά αλλά από παντιλίκι μηδέν. Δεν έπρεπε να είχε βάλει τόσο καλά λάστιχα…. Ηξερε όμως ότι η μεγάλη του ευκαιρία έφθανε, μια παρατεταμένη αριστερή που οδηγούσε σε εσάκι και παρατεταμένη δεξιά… Αν δεν το έκανε και εκεί, κατούρα τα…

Μπήκε με τρίτη, έμεινε στην εξωτερική και κατέβασε. Γκάζι και τιμονιά αριστερά και να, το πίσω μέρος επιτέλους ξεκόλλησε…. αμέσως ανάποδο και το αμάξι άρχισε να κινείται στην εφαπτομένη – με πολλά χιλιόμετρα όμως…

Ο ιδρώτας πολύς, το αυτοκίνητο πλησίαζε στο τέλος της καμπής και έπρεπε να μπεί στο ες – αριστερά και παρατεταμένα δεξιά. Θα μπορούσε να ισιώσει, φρένα, και να μπει σωστά, θα μπορούσε όμως να το ντριφτάρει ακόμη περισσότερο και να μπει έτσι στην κλειστή αριστερή που ακολουθούσε… Μια δυό γκαζιές λοιπόν και το έσκορτ, όντας αποσταθεροποιημένο, γύρισε κι άλλο και μπήκε πλαγιολισθαίνοντας στην στροφή. Πως θα βγείς όμως φίλε μου απ’ το εσάκι, η απότομη δεξιά στροφή έφτασε κι όλας…..

Σε κλάσματα δευτερολέπτου τα είδε και τα σκέφτηκε όλα…. να φρενάρει και να στρίψει κανονικά, no way, δεν υπήρχε χρόνος…. τα βράχια στην άκρη του δρόμου πλησίαζαν επικίνδυνα και αυτός έπρεπε να γυρίσει το αυτοκίνητο σχεδόν εκατόν μοίρες….. ή με χειρόφρενο θα το ‘κανε, ή στα κυπαρισσάκια θα πήγαινε. Η απόφαση μονόδρομος – δεξί χέρι στο πάτωμα και το τιμόνι όλο δεξιά…..

Τι ακριβώς έγινε δεν το κατάλαβε ποτέ, αλλά σαν σε λούνα πάρκ, ο κόσμος γύρισε γύρω-γύρω και το παλιό, αξιόπιστο έσκορτ, που σε όλη την προηγούμενη ζωή του ζήτημα να είχε ξεπεράσει τις τρισήμισυ χιλιάδες στροφές, περιέστρεψε γλυκά γλυκά τα οπίσθια του και έφτασε στην επόμενη στροφή κοιτώντας ως δια μαγείας μπροστά….. τελευταία παρατεταμένη δεξιά, φουλ γκάζι, ένα ακόμη ντριφτ διαρκείας και μεγαλειώδης είσοδος στην ευθεία……

Σε καμια δεκαριά δευτερόλεπτα θα έστριβε στο μικρό παρακαμπτήριο δρομάκι για να φθασει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε. Ήξερε ότι είχε κερδίσει δια παντός την ανούσια μάχη με την δόξα, στην μικρή επαρχιακή του πόλη. Χρειάστηκε βέβαια να παίξει μονά-ζυγά με τον θάνατο, αλλά αυτό δεν θα το μάθαινε ποτέ, κανείς….

%d bloggers like this: